Tuesday, April 30, 2013

Το παραμύθι της Φλώρας...



Γεννήθηκε μια κρύα νύχτα, τελευταία στη σειρά, μετά από άλλα δύο αρνάκια, ζωηρά και τριπλάσια στο μέγεθος, όταν κανείς σχεδόν δεν περίμενε ότι θα υπήρχε και τρίτη άφιξη. Μόλις την πήρε από τη μαμά της που με στοργή την έγλυψε και τη στέγνωσε ήταν τόσο μικρή, που την έβαλε στην παλάμη του κι αυτή χωρούσε άνετα. Άπλωσε τα ποδαράκια της με εμπιστοσύνη στη ζεστή κούνια του χεριού του, έγειρε το κεφάλι στα χοντρά του δάχτυλα και νότισε με το υγρό μουσούδι της το δέρμα του. Ένιωθε την ανάσα της κοφτή και αδύναμη και καθώς έβλεπε το μικρό σώμα να ανεβοκατεβαίνει από τους γρήγορους σπασμούς της προσπάθειας να αναπνεύσει, σκεπτόταν ότι οι ώρες της ήταν μετρημένες. Πως ήταν δυνατόν να επιβιώσει ένα τόσο μικρό πλάσμα και να φθάσει στο ελάχιστο διάστημα μέχρι τις γιορτές να πάρει το κατάλληλο βάρος για να γίνει γεύμα στο πασχαλινό τραπέζι; Ευτυχώς τα άλλα νεογέννητα ήταν γερά και είχαν καλό βάρος. Ήταν η πρώτη φορά που του συνέβαινε...
Αποφάσισε να μην την αφήσει με τα αδελφάκια της για να μην την πατήσουν και ψοφήσει πριν την ώρα της κι έφτιαξε μια πρόχειρη «θερμοκοιτίδα» από ένα παλιό παλτό που ήταν χρόνια κρεμασμένο σε ένα καρφί πίσω απ' την πόρτα στο στάβλο. Την τύλιξε σ' αυτό και την προστάτευσε ανάμεσα σε δύο τεράστιες μπάλες τριφύλλι . Σε τακτά διαστήματα ερχόταν και την έβαζε μόνη της να θηλάσει τη μαμά της, χωρίς τα άλλα αρνάκια, κι έτσι μπορούσε να πίνει το γάλα που ήθελε ανενόχλητη και να έχει την επαφή που χρειάζονταν για να μην αισθάνεται αποκομμένη από το είδος της. Κοιμόταν διαρκώς  και όσο οι μέρες περνούσαν φαίνονταν ότι θα τα κατάφερνε να ζήσει. Ενώ όμως τα άλλα αρνιά έκαναν άνω κάτω το στάβλο με τα χοροπηδήματα και τα βελασματά τους και είχαν αρχίσει και έβγαιναν ήδη στο λιβάδι, αυτή ακόμη ήταν περιορισμένη στη θαλπωρή του χώρου που την προστάτευε, τριγυρισμένη από ζεστά άχυρα και το παλιό μαύρο παλτό.
Το μικρό ζώο μεγάλωνε, με το δικό του ρυθμό βέβαια, και ήδη τον γνώριζε και έκανε σαν τρελό απ' τη χαρά του μόλις ερχόταν για να το ταΐσει, γιατί στο μεσοδιάστημα και για να μεγαλώσει γρηγορότερα, το τάιζε ο ίδιος με το μπιμπερό. Της έδωσε και όνομα, την είπε Φλώρα, και σιγά σιγά την άφηνε και τον ακολουθούσε όπου πήγαινε για να κάνει δουλειές. Τάιζαν μαζί τις κότες, έβαζαν άχυρο και νερό στις αγελάδες, βούρτσιζαν το γάιδαρο, τον παρακολουθούσε πως έσκαβε τον κήπο και τα λουλούδια, το καλυτερό της όμως ήταν όταν εκείνος ξεκουραζόταν και κείνη πήγαινε και φώλιαζε δίπλα του κάτω από τον καθαρό ουρανό, στο φρέσκο χορτάρι. Τότε το χέρι του άνοιγε σαν εκείνο το βράδυ που την κράτησε για πρώτη φορά κι αυτή έχωνε μέσα το μουσούδι της και δεν το κούναγε από κει. Θαρρείς και τον ανάπνεε και δεν μπορούσε να ζήσει δίχως τη μυρωδιά του... κι αυτός, πράγμα παράξενο, ένιωθε την ανάγκη να χαϊδέψει το αθώο πλάσμα και χαιρόταν την επαφή με το κρύο μουσούδι. Που και που περνούσαν από το μυαλό του εικόνες από τη σφαγή των ζώων πριν το Πάσχα και τη μέρα της γιορτής που το ταλαίπωρο το ζώο κατέληγε περασμένο στη σούβλα με όλη την οικογένεια γύρω να περιμένει να το ξεκοκαλίσει. Τότε, γρήγορα άλλαζε σκέψη και έδιωχνε τη Φλώρα απ' την παλάμη του. Που ακούστηκε να σκέπτεται ο χωρικός αν θα υπέφερε το φαί του. Όλοι το ξέρουν ότι η παράδοση θέλει το Πάσχα αρνί και... τελεία και παύλα... εξάλλου δεν έφταιγε αυτός σε τίποτε... η παράδοση βλέπεις. Και σηκωνόταν και συνέχιζε τις δουλειές και η Φλώρα πίσω του σα σκυλάκι... με τα στραβά ποδαράκια της έτρεχε να τον προφτάσει ενώ αυτός αγέροχος συνέχιζε... Όμως γύριζε στα κλεφτά το κεφάλι... μέσα του χαίρονταν και πονούσε συνάμα που το ζώο τον ακολουθούσε... ήταν γεγονός, άρχιζε να γερνάει στα 40... τελεία και παύλα...
Και οι μήνες πέρασαν, το Πάσχα πλησίαζε, και μαζί πλησίαζε η στιγμή που εκείνος έπρεπε να στείλει στον έμπορο και το σφαγείο τα νεαρά ζωάκια. Δεν είχε πολλά, άλλα όλο και κάτι θα έβαζε στην άκρη από την πώληση. Βέβαια αυτό ίσχυε για τα άλλα, όχι για τη Φλώρα, γιατί παρόλη την αναπτυξή της, ήταν ακόμα καχεκτική και δεν είχε το βάρος των υπόλοιπων... κανένας δεν θα την ήθελε για κρέας. Είχε αποφασίσει να μην τη δώσει... μάλλον έτρεμε στην ιδέα ότι θα μπορούσε να τη φάει κάποιος και έκανε τα αδύνατα δυνατά να το κρύψει. Είπαμε τα αρνιά είναι μόνο για να τα τρως, όχι για να τα νιώθεις πως αναπνέουν μέσα στην παλάμη του χεριού σου... τα άλλα δεν το έκαναν... μα τί θέλουν απ' αυτόν στο μυαλό του; Φέτος θα τους έλεγε να έψηναν κοτόπουλο ή μάλλον αυτός δεν θα έτρωγε κρέας... η κρίση βλέπεις... μα τί λέει... κάτι συμβαίνει μέσα του που δεν θέλει να το πιστέψει... σίγουρα γερνάει...
Στο στάβλο όλα τα ζώα κοιμόταν μαζί, εκτός από τη Φλώρα που απ'  τη γεννησή της δεν άφηνε το καταφυγιό της ανάμεσα στο τριφύλλι, πάνω στο μαύρο παλτό. Λες και ήξερε τη διαφορά ανάμεσα σ' αυτή και τα αδέρφια της, ποτέ δεν θέλησε να αφήσει το μέρος που το αφεντικό της ετοίμασε ειδικά για κείνη. Όταν χρειάστηκε να πάρει τη μία από τις δύο μπάλες τριφυλλιού που οχύρωναν το κάστρο της Φλώρας για να ταΐσει τα ζώα, πρόσεξε που το ζώο καθόταν πάνω στο παλτό και κάτι μασουλούσε χώνοντας το μουσούδι του στην τσέπη. Το σήκωσε, το τίναξε και έχωσε το χέρι μέσα και το έβγαλε. Ένα καλοτυλιγμένο σακουλάκι από πανί ποιός ξέρει από πότε ξεχασμένο. Ποιός το φαντάζονταν ότι η θερμοκοιτίδα της Φλώρας έκρυβε κάτι... Το άνοιξε προσεκτικά και μπροστά στα έκπληκτα μάτια του είδε διπλωμένα αρκετά χαρτονομίσματα που πλέον δεν είχαν καμιά αξία... εδώ λοιπόν τα έκρυβε ο μακαρίτης ο παππούς... ποιός να το φανταζόταν... ποτέ δεν μιλούσε με κανέναν... δύσκολος άνθρωπος. Μαζί τους ήταν τυλιγμένο ένα κομμάτι χαρτί με ανορθόγραφες σημειώσεις... αρνηά 200. 000 χηλιάδες... Τόσος κόπος και πόνος για να μπορεί κοιμάται πάνω του ανέμελα ένα αρνάκι... τραγική ειρωνία... Ε,  αυτό ήταν μια καλή δικαιολογία για να ξεκινήσει κάποιος να συμπεριφέρεται διαφορετικά...
Κρέμασε το παλτό στο αιώνιο καρφί του και βγήκε με τη Φλώρα να τον ακολουθεί σα σκυλάκι. Πήγε κάτω από τη μουριά, στο φρέσκο χορτάρι... άπλωσε το χέρι του, άνοιξε την παλάμη κι αυτή ξάπλωσε δίπλα και έχωσε το μουσούδι της γρήγορα μέσα όπως συνήθιζε. Τη χάιδευε κι αυτή τη φορά δε σκέπτονταν τίποτα. Αισθανόταν αναπαυμένος όσο ποτέ άλλοτε... χαμογελούσε ολόκληρος... Από φέτος και πλέον, ποτέ πια δεν θα ξαναπουλούσε ή θα έτρωγε τα αρνάκια του... άλλωστε ποιός είπε ότι τα αρνάκια δεν μπορούν ελεύθερα να αναπνέουν στην παλάμη σου δίχως να φοβούνται για το τί μπορεί να τους κάνει αυτό το χέρι; 



Copyright © 2013 Κωνσταντίνος Β. Σβεντζούρης. All Rights Reserved.



Tuesday, April 23, 2013

Field of souls...


"Field of souls ", oil on cancas, 100x80, 2013



Copyright © 2013 Konstantinos B. Sventzouris. All Rights Reserved.

Wednesday, April 17, 2013

Το τέρμα...



Το τέρμα. Προορισμός απόλυτος και στόχος. Καμιά παρεμβολή στη σκέψη. Δε βοηθά αυτές τις ώρες να σκέπτεσαι. Κολλημένο το μυαλό στο πέρασμα της γραμμής που καθαίρει και ανανεώνει το πνεύμα με την ικανοποίηση της επίτευξης. Κύκλος που κλείνει με την ανάμνηση του ρίγους της εκκίνησης. Το τέρμα... Έφτανε...
Το κεφάλι του λίγο πριν βούιζε ασταμάτητα απ' την ένταση της προσπάθειας. Τα πνευμόνια του ρυθμικά χωρούσαν τον αέρα που χρειάζονταν για να αισθάνεται δυνατός να συνεχίσει. Άκουγε την αναπνοή του και υπολόγιζε σε κάθε πάτημα των ποδιών του την απόσταση.
Ο δρόμος φάνταζε προέκταση της αιωνιότητας με την στιγμή της έκρηξης ως το σημείο μιας άλλης εκκίνησης. Η παράλυση της σύγχυσης. Ο ήχος. Ο απότομος και κοφτός διπλός κρότος της διακοπής. Σκούπισε τις σταγόνες του ιδρώτα απ' το μετωπό του, ενώ άλλες ζεστές και κόκκινες που έπεφταν από τα χέρια του λέκιαζαν την άσφαλτο... Ο ήλιος του Απρίλη έλαμπε παράξενα για την εποχή και μετέτρεπε σε παλλόμενο ουράνιο τόξο τις σημαίες στ' αριστερά του δρόμου. Απελπισία τα χρώματα μέσα στη δίνη του καπνού... Η αγωνία έχει το γκρίζο χρώμα του καπνού όταν μπορείς να προσδιορίσεις την αιτία της. Αυτή τη φορά το ένιωσε.
Έβλεπε τον κόσμο να τρέχει γύρω του. Πρόσωπα και σώματα άτακτα ανακατεμένα στη βουή του δρόμου που ήταν άλλη από εκείνη που ήξερε. Προσπαθούσε να συμφιλιωθεί με την απώλεια του ρυθμού της καθημερινότητας. Πάλευε να προσδιορίσει το σημείο διακοπής του βηματισμού του. Εικόνες ξεχασμένες τον προσπερνούσαν γρήγορα κι αυτός ακίνητος, ανήμπορος να συνεχίσει... καρφωμένος σ' ένα κομμάτι ματωμένης ασφάλτου.
Είχε χάσει τον προορισμό του... Έστρεψε το βήμα και άρχισε να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το τέρμα ήταν πλέον άγνωστο για κείνον...




Copyright © 2013 Konstantinos B. Sventzouris. All Rights Reserved.



Saturday, April 13, 2013

Tide...


"Tide", oil on canvas, 100x70, 2011
 
 
Copyright © 2013 Konstantinos B. Sventzouris. All Rights Reserved.