Thursday, May 23, 2013

Πως ανθίζουν τα άνθη της πέτρας...




Ο αλίσφακος, όπως τον λέμε εμείς στη Ήπειρο,ή Ελελίφασκος ο φαρμακευτικός ή φασκόμηλο κατά το κοινότερο, στα λατινικά Salvia officinalis, ήταν φυτρωμένος στη σχισμή ενός βράχου πλατιά ίσα με ένα δάχτυλο και βρισκόταν ακριβώς στο κέντρο του. Από μακριά η επίπεδη λευκή επιφάνεια της πέτρας γυάλιζε στον ήλιο σαν τραπέζι από όνυχα γυρισμένο στο πλάι δίχως τραπεζομάντηλο και πάνω της ισορροπούσε αβέβαια ο ασημένιος θάμνος, ίδιο βάζο με μωβ ανοιχτά λουλούδια στο στυλ των λουλουδιών του Οντιλόν Ρεντόν. Έφερα στο μυαλό μου την Αλεξάνδρα της Ρωσίας και το πάθος που πρέπει να είχε γι’ αυτό το χρώμα όταν έφτιαχνε το μωβ δωμάτιο με τις μεταξωτές ταπετσαρίες του Charles Berger από το Παρίσι στο παλάτι του Αλεξάνδρου έξω από την Αγία Πετρούπολη, κατά τον ξεναγό μας για να περνά τις ώρες της σε χώρο που της θύμιζε τον τόπο καταγωγής της. Ποιός είπε όμως ότι η πρέπει να έχει κανείς βικτωριανή καταγωγή ώστε να τον προδιαθέτει στο να του αρέσει το συγκεκριμένο χρώμα; Το φυτό ήταν ανθισμένο σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια και αυτό τράβηξε την προσοχή μου από τόσο μεγάλη απόσταση, όταν αποφάσισα να αψηφήσω την ανηφόρα και να πάω να κόψω ένα μέρος του για να το φυτέψω στον κήπο του εξοχικού μου εκείνο το καλοκαιρινό πρωί.
Ο ξυλώδης κορμός του έμοιαζε με απελπισμένο προϊστορικό απολίθωμα δαχτύλου από χέρι γέρου ενώ τα φύλλα στυμμένα και ξερά καθώς ήταν, με σκονισμένη επιδερμίδα ερπετού. Είχε καιρό να βρέξει, όμως εκείνο θες επειδή ρουφούσε το αίμα του βράχου και είχε ενσωματώσει κάτι από τη σκληροτητά του στο γενετικό του κώδικα, δεν έδειχνε να φοβάται. Μπόρεσα και ξεχώρισα απ' το θάμνο ένα κομμάτι του και κείνος με εκδικήθηκε όταν τον τράβηξα βίαια, κόβοντας το άμαθο χέρι μου σα μαχαίρι. Τα χέρια του γραφιά στην τραχύτητα του νόμου της επιβίωσης και της απλότητας με την οποία φύση τον επιβάλλει, είναι απροστάτευτα σαν το σώμα των σαλιγκαριών που δεν έχουν κέλυφος. Το κόψιμο με πονούσε και την ίδια στιγμή με έκαιγε στα μάτια και τα ρουθούνια το αψύ άρωμα που είχε απελευθερώσει το φυτό αντιστεκόμενο στη βία της πράξης μου. Ήταν σκληρό ετούτο το φυτό. Ήταν μια σύνοψη της τραχύτητας που προσλαμβάνει κάθε μορφή ζωής για να επιβιώσει στο εκάστοτε περιβάλλον της. Ήταν ακριβώς ο τόπος , η ερημιά και η περηφάνια του... όσο πιο πολύ το κοιτούσα τόσο έβρισκα ότι είχε κάτι από τη σκληρότητα των ηρώων των διηγημάτων του Αϊτμάτωφ.
Παράξενη η νομοτέλεια του τόπου μου... όση είναι η χαρά των ανθρώπων και της φύσης στο γεωγραφικό σημείο του πλανήτη που το λένε Ήπειρο, άλλος τόσος είναι ο πόνος και η σκληρότητα που κρύβει μέσα του. Λες και τον διάλεξε ο Δημιουργός για να αποθηκεύσει εκεί τα συναισθήματα που του περίσσευαν. Κοιτάσματα ολόκληρα από δάκρυα κρύβονται στα βουνά της. Με συνεχή ροή και συγκινησιακή ζωτικότητα, αρδεύουν και τροφοδοτούν ασταμάτητα την ψυχή των λιγοστών κατοίκων της. Τί κι αν οι σταλαγμίτες των χιλιετιών δίνουν την εντύπωση ότι είναι ακίνητοι. Αυτά συνεχίζουν να κυλούν πάνω τους και δεν αφήνουν να στεγνώσουν οι μνήμες. Πολλές μνήμες. Με χρώμα ή άχρωμες. Πάντα όμως επίκαιρες... Κι όλα όσα σε πονάνε, όταν θελήσεις να τα ξεχάσεις, γίνονται συσπάσεις χαράς στις ρυτίδες των γερασμένων προσώπων... τραγούδι που μόνο στα βουνά μας θυμίζει τον ήχο από τα βήματα της επιστροφής των παιδιών στα καλντερίμια και το άρωμα της γης μετά την καταιγίδα...
Φύτεψα το κομμάτι του φυτού κολλητά στον πέτρινο τοίχο μπροστά στο σπίτι μου και το πότιζα συχνά μέχρι που διαπίστωσα ότι άρχισε να δίνει σημάδια ζωής. Το καλοκαίρι πέρασε και στις αρχές του Φθινοπώρου που έπρεπε να γυρίσω στη δουλειά μου, ο αλισφακός μου ήταν ήδη θαλερός και είχε αναπτυχθεί αρκετά. Φεύγοντας, έκοψα ένα μικρό κλαδάκι και το τύλιξα προσεκτικά σε βρεγμένες χαρτοπετσέτες και μετά το έκλεισα ερμητικά σε ένα σακουλάκι για τρόφιμα και το ξάπλωσα στα μαλακά, ανάμεσα στα ρούχα της βαλίτσας μου και το έφερα στην Ιταλία.
Αφού πέρασε τα διάφορα στάδια ανάνηψης, φύτευσης, μεταφύτευσης και λίπανσης, μετά από ένα χρόνο χάδια και κανακέματα, τον φύτεψα σε μια γλάστρα κρεμασμένη στο εσωτερικό πρεβάζι του μπαλκονιού, γιατί εδώ δεν επιτρέπονται οι γλάστρες πάνω στα πρεβάζια... Και επειδή στο σπίτι έχω και μια γάτα που επιδίδεται σε ακροβασίες και εξερευνήσεις, το πάνω μέρος του μπαλκονιού είναι οχυρωμένο με πλέγμα συρμάτινο για να μην έχω δυσάρεστες εκπλήξεις.
Πάνω σ’ αυτό σύρμα άρχισε το φυτό μου να αναπτύσσεται και να θάλλει, από την εσωτερική μεριά μόνο, και έφτασε πραγματικά κι έγινε ένας αξιοπρεπέστατος θάμνος που μάλιστα άνθισε. Όμως η διαφορά του με το μητρικό φυτό ήταν εμφανέστατη. Τα φύλλα του εδώ ήταν πιο πράσινα και φρέσκα και ο κορμός του δεν είχε σε τίποτε να κάνει με τον κορμό του φυτού στον ξερό βράχο. Ετούτος ήταν τρυφερός και εύθραυστος και είχε αμέτρητα παρακλάδια. Του έλειπε όμως ο ενθουσιασμός...
Όλα πήγαιναν καλά, ώσπου μια μέρα είδα τον αλισφακό μου να κιτρινίζει, να χάνει τα φύλλα του και να μαραζώνει μέρα με τη μέρα. Σε διάστημα λίγων εβδομάδων ήταν το φάντασμα του εαυτού του και όσα γιατρικά κι αν χρησιμοποίησα φαίνονταν ότι το μοιραίο ήταν μη αναστρέψιμο. Βέβαια εγώ συνέχιζα να τον ποτίζω και να αφαιρώ σιγά σιγά τα ξεραμένα μέρη του, αλλά όλα έδειχναν μάταια. Όταν πέταξα και το τελευταίο κλωναράκι του, έμεινε η γλάστρα τραγικά άδεια και στο σημείο του άλλοτε φυτού, μόνο τα ίχνη λίγων μίζερων βλαστών. Ο βουνίσιος μαχητής μου νικήθηκε από την ατμόσφαιρα της πόλης, σκέφτηκα και έκανα σχέδια για το τί θα φύτευα στο μέρος του. Επειδή το καλοκαίρι τελείωνε και δεν είχα και πολύ όρεξη, φύτεψα μια ρίζα μαϊντανό που έγινε κάστρο ολόκληρο και μέχρι τα πρώτα κρύα δε με άφησε δίχως τα μυρωδάτα φυλλαράκια του στις σούπες και τις σαλάτες μου.
Και ξαφνικά τα πράγματα άλλαξαν... πέρυσι τον Μάρτιο και ενώ ετοιμαζόμουν για τη συνηθισμένη τακτοποίηση των νέων και παλιών φυτών του μπαλκονιού, πρόσεξα ότι στη θέση του αλίσφακου είχε ξεφυτρώσει ένα αδύνατο κλωναράκι σαν αυτό που είχα φέρει από την πατρίδα. Δίχως αμφιβολία ήταν από το ίδιο φυτό. Αυτό κι αν ήταν έκπληξη. Λοιπόν ήταν ακόμη ζωντανό και μου έλεγε ότι ξαναγύρισε... Καθάρισα τη γλάστρα, σκάλισα το χώμα και έριχνα τα κατακάθια του πρωινού καφέ κάθε μέρα γύρω από τη ρίζα του. Όμως αυτή τη φορά, ήμουν εγώ εκείνος που θα μάθαινα τί είχα κάνει λάθος στην καλλιέργεια και ο φίλος μου είχε όλη την καλή διάθεση να μου το διδάξει.
Ο αλισφακός μου όπως είναι φέτος

Άρχισε σταδιακά να μεγαλώνει και δίχως καν να πτοηθεί από τις δικές μου παρεμβάσεις για να μείνει μέσα από το σύρμα, αυτός κατάφερε και βγήκε από τις μικρές τρύπες του πλέγματος και με ρυθμό απίστευτο συνέχισε να μεγαλώνει ακουμπώντας τον κορμό του πάνω στο ζεστό μάρμαρο του πρεβαζιού. Από την εσωτερική μεριά δεν φύτρωσε ούτε ένα βλαστός, ενώ από την εξωτερική ένας θάμνος διπλάσιος από τον ξεραμένο πήρε τη ζωή στα χέρια του και διεκδίκησε την ελευθερία επιλογής του περιβάλλοντος που ήθελε να υπάρχει και να αναπτύσσεται. Αθόρυβα και απλά, με όλο όμως το πείσμα και τον ενθουσιασμό της καταγωγής του. Λες και η νοσταλγία της πέτρας των βουνών της Ηπείρου ήταν τόσο βαθιά αποτυπωμένη μέσα του που ο καημός της τον μαράζωνε και τον εμπόδιζε να ευδοκιμήσει. Το χώμα και η ευκολία δεν ήταν για κείνον. Εκείνος ήταν από άλλη πάστα. Ήταν παιδί της πέτρας και της δυσκολίας. Ήταν και έμεινε αυτό που η φύση ήθελε... το θαύμα που για να τελεστεί φτάνει μόνο μια σχισμή βράχου και η προσαρμοστικότητα της δύναμης της ζωής... έτσι πρέπει και μόνο έτσι ανθίζουν τα άνθη της πέτρας...
 
Copyright © 2013 Κωνσταντίνος Β. Σβεντζούρης. All Rights Reserved.

Tuesday, May 14, 2013

The wind among the lemons...







































"The wind among the lemons", oil on canvas 50x60, 2011 private collection





Copyright © 2013 Konstantinos B. Sventzouris. All Rights  Reserved.



Saturday, May 11, 2013

Málaga...





Αδύνατον να αναπνεύσεις
ζέστη αφόρητη
στη μέση του καλοκαιριού
πυκνή αχλή έφερε ο terral
η γη ένα με θάλασσα
μόνο ακούς, δε βλέπεις
περαστική ιδέα η Μεσόγειος
σπίτια και άνθρωποι σκιές
καυτή υποψία ο ήλιος
η calle Larios στιλπνή
ιερογλυφικά τα βήματα
στόματα απορίας τα στενάκια ανοιχτά
σπίτια λευκά καμίνια
βλέφαρα κατεβασμένα
οι πράσινες ψάθες στα μπαλκόνια
το ράδιο στο φουλ, κραυγή φλαμένκο
στην Alcazaba μουρμουρητό νερού
στο patio με τις πορτοκαλιές
πορφύρες Φοινίκων
η σιωπή στη Málaga
είναι το γκρίζο
το πένθος στίχοι του Αβισεβρών
στο ξεχασμένο θέατρο
παγιδευμένες κατακτήσεις
Ρωμαίοι κι Έλληνες
καθαίρουν με τη μίμηση
τ'ολόγιομο φεγγάρι της Ανδαλουσίας.
Πέρασα έξω απ' το σπίτι του Πικάσο
μύριζε cartojal χυμένο στην πλατεία
ακόμα δεν ήταν ο καιρός της feria
ψηλαφιστά πάτησα τη διαδρομή
στου δρόμου το αδιάφανο χάθηκα
πηγαίνοντας στο Palo...




Αποδημία, iWrite, Θεσσαλονίκη 2013
Copyright © 2013 Κωνσταντίνος Β. Σβεντζούρης. All Rights Reserved.