Saturday, July 13, 2013

Viola Odorata...


Viola Odorata, oil on canvas 120x100, 2013





Copyright © 2013 Konstantinos B. Sventzouris. All Rights Reserved.

Thursday, July 11, 2013

Αποδημία, Βιβλιοκριτική Δ. Βλαχοπάνου


Στην ποιητική συλλογή του με τον τίτλο «Αποδημία» ο Κωνσταντίνος Β. Σβεντζούρης αποτυπώνει τη βαθιά του αγωνία για τον άνθρωπο και την ανάγκη του, εσωτερική ή εξωτερική, να φεύγει από τις συνήθεις διαδρομές και να μετακινείται αενάως εκτός τόπου και χρόνου, αναζητώντας παντού την τρυφερότητα, την αγάπη και την ανθρωπιά. Γράφει, αίφνης,  «Μη με κλείσεις/ στο χρόνο που φεύγει…/ Μη με κλείσεις/ στο χρόνο που μένει/ κλείσε με στην αγκαλιά σου/ στα δυο σου χέρια/ κι άσε με εκεί/ με τις δυνάμεις μου/ παραδομένες στην αγάπη/ με τη φωνή σβησμένη/ να βλέπω το χρόνο/ να περιμένω τ’ αύριο».

Αλλά εκείνο που δεν μπορεί εύκολα να διακρίνει ο αναγνώστης είναι αν η φυγή και η περιπλάνηση αυτή συνιστά μια πραγματικότητα που τη συλλαμβάνει με το δικό του τρόπο ο ποιητής ή αποτελεί μια πρόταση, ένα modus vivendi και έναν κάποιον επιθυμητό κανόνα ζωής του ποιητή, που τoν ενσαρκώνει ο ίδιος με τη ζωή και τη δράση του. Γιατί έτσι κι αλλιώς η αποδημία, πέραν της ανάγκης ή της αγάπης για το καινούργιο –καινούργιους τόπους, νέα πρόσωπα, διαφορετικά τοπία ζωής– είναι ταυτόχρονα μνήμη και νοσταλγία.
Η «Αποδημία» είναι φτερά και κουπιά για το ταξίδι του αλλιώτικου, αλλά μέσα σε έναν ορίζοντα που διακρίνεται ακόμη ο καπνός της πατρογονικής εστίας και εκπέμπει το μήνυμα για την επιστροφή στο γενέθλιο τόπο, καθώς ο φόβος της λησμονιάς και της αλλοτρίωσης βρίσκεται κάπου μέσα μας μυστικά φωλιασμένος: «Έτοιμοι/ να πετάξουμε ανάλαφρα/ πιλότοι αδέξιοι/ με φορτίο πολύτιμο/ της γενιάς την ψευδαίσθηση/ κι ας είμαστε σπόροι μονάχα/ που γεννά το χορτάρι./ Γαντζωμένοι γερά/ στη σκιά του εγώ/ αγκαλιασμένοι σφιχτά/ στην παραίσθηση του μίσχου/ όμως,/ μετάξι καθαρό το φτερό μας».
Ο ποιητής έχει γνώση του ρευστού κόσμου που κινείται γύρω του. Θητεύει σ’ αυτόν. Θητεύει στην αναζήτηση των φαινομένων του και των μεταβολών του. Γιατί ο κόσμος είναι ταυτόχρονα κύμα και ακτή. Είναι θάλασσα και μαζί κοφτεροί βράχοι. Είναι σειρήνες που σε καλούν να φύγεις. Κι είναι σειρήνες που σε καλούν να μείνεις. Ο κόσμος έχει πάντα ένα χώρο για ακροβασία. Αλλά ο ποιητής, μαζί με τη γνώση του κόσμου, έχει ταυτόχρονα και επίγνωση του εαυτού του. Ο ποιητής βρίσκεται σε μια διαλεκτική σχέση με τη ζωή και τις ιδέες που αυτή γεννά. Τίποτε δεν είναι οριστικό και αμετακίνητο. «Στα μάτια σου ακόμη δεν ξημέρωσε/ μα δεν κατάλαβες/ πως τα φεγγάρια συνεχίζουν/ να προσθέτουν αδιάφορα/ νέα ψηφία στη ζωή μας;/ Είναι ρευστές του κόσμου οι αλήθειες/ μαζί και τα δικά σου οράματα/ κυμαίνονται σαν επωδοί/ σαν γερασμένες αρετές/ σαν αυταπάτες/ που μας αφήνουν μόνους/ αφρό της νιότης να ξεραίνεται/ στην απραξία της ακτής/ ύστερα απ’ της έντονης ζωής/ την τρικυμία». 
Ο ποιητικός λόγος του Κωνσταντίνου Β. Σβεντζούρη είναι λόγος πυκνός και μεστός από νοήματα. Γιατί πηγάζει από την κραυγή της σιωπής ή τη σιωπή της κραυγής και παίρνει στην ανάπτυξή του έναν τόνο ελεγειακό, καθώς «όλα όσα αδυνατείς/ να εκφράσεις/ με λόγια/ με δάκρυα/ μ’ αγγίγματα,/ με γράμματα/ μ’ αντίο/ τα συνοψίζεις/ τα χωράς/ μονάχα/ σε μια λέξη/ Αποδημία…». Έτσι ο ποιητής βρίσκεται σε μιαν ανειρήνευτη μάχη με το χρόνο, με τον ψεύτικο κόσμο της παράστασης, του συμβιβασμού και της προσποίησης, με τις τρομερές αντιθέσεις της εποχής του, αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό του. Η ποίηση είναι μια πράξη αντίστασης στα μηνύματα της υποταγής, της φθοράς και της πνιγηρής αβεβαιότητας.
Μα είναι πιο πολύ ένα τεντωμένο σχοινί, πάνω στο οποίο ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη της εξομολόγησης για να μπορεί να αλλάζει τα βήματά του χωρίς τριγμούς και κλυδωνισμούς. Γι’ αυτό και συχνά θέτει το αμείλιχτο ερώτημα: «έχω τη δύναμη/ να εξομολογηθώ/ στο σκαλοπάτι του αύριο/ την ηδονή/ που ένιωσα του νόστου/ φεύγοντας/ όχι από ανάγκη/ για άστοχους προορισμούς/ για νέες πολιτείες/ αλλά γιατί μου ήταν ανυπόφορο/ να μένω κολλημένος/ εκεί που μ’ έμαθαν/ να ζω/ μασώντας την καθημερινότητα/ με του χθες την πείνα;».     
Αλλά αυτό που απομένει στον αναγνώστη είναι πως ο Κωνσταντίνος Β. Σβεντζούρης εμφανίζεται ως ένας νέος σύγχρονος ποιητής, που παρατηρεί τα πράγματα γύρω του με τρόπο ποιητικό και τα αποθηκεύει εντός του με την προσωπική του μυθολογία. Κι έτσι ένα τελικό συμπέρασμα που η ανάγνωση φέρνει αβίαστα στην επιφάνεια είναι πως ο ποιητικός του λόγος έχει προσωπικότητα. Ο ποιητής αφήνεται στα χέρια της ποίησης και της επιτρέπει να τον περιφέρει και να τον εγκαταλείπει εκεί που τα πράγματα εκπέμπουν πολλή φιλοσοφία με πολύ λυρισμό.
Μέσα στους στίχους του συμπυκνώνονται μεγάλα νοήματα, όπως αυτός τα αποθησαυρίζει και τα μετατρέπει σε εικόνες ή αποφθέγματα. Και είτε ως εικόνες είτε ως αποφθέγματα αποδίδουν μια σημαντική πλευρά της ζωής, που αξίζει να την κρατάμε πάντα ζωντανή και να τη μνημονεύουμε, για να κρατάμε ζωντανό τον εαυτό μας και να διατηρούμε την ισορροπία της ύπαρξής μας. Όπως «Η μετριότητα/ κόσμημα φτηνό/ κρεμασμένο/ στο λαιμό της γνώσης… Λυπήσου με!/ μοναδική περιουσία μου/ η μνήμη…». Ή όπως «Παίρνει καιρό/ να καταλάβεις/ πως ό,τι σου ανήκει/ είναι φθορά και αποσύνθεση/ κι όσο λιγότερα έχεις/ μόνο τόσα χάνεις…». Κι ακόμη: «Οι σκέψεις οι καλές τιμωρούνται/ εδώ τίποτε δε μένει ατιμώρητο…».

Ποιος είναι

Ο Κωνσταντίνος Β. Σβεντζούρης γεννήθηκε στη Φιλιππιάδα. Σπούδασε Θεολογία στη Θεσσαλονίκη και πραγματοποίησε με υποτροφία μεταπτυχιακές σπουδές Λατινικής Πατρολογίας στο Αυγουστινιανό Ινστιτούτο Πατρολογικών Σπουδών στη Ρώμη και Ελληνικής Παλαιογραφίας στη Σχολή Παλαιογραφίας στο Βατικανό. Παρακολούθησε, επίσης, μαθήματα Γαλλικής γλώσσας και Ιστορίας στη Γαλλία και Ισπανικής Γλώσσας και Πολιτισμού στην Ισπανία.
 Εργάστηκε ως ερευνητής και δίδαξε Ελληνική Παλαιογραφία στο Κέντρο Αγιολογικών Μελετών της Ι. Μ. Θεσσαλονίκης. Το 2011 κυκλοφόρησε στην Ιταλία η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Here I am (β΄ εκδ. Ed. Del Faro, Φεβρουάριος 2012) και το 2012 η μελέτη του: Αμβροσίου Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto Γραμματολογική και θεολογική προσέγγιση, στο συλλογικό τόμο Χριστιανοί Λατίνοι Α΄ από τις εκδόσεις Βάνιας.
Ασχολείται εδώ και χρόνια με τη ζωγραφική και έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ζει και εργάζεται στη Ρώμη

Δημήτρης Βλαχοπάνος 

Ταχυδρόμος της Άρτας, 10 Ιουλίου 2013

Tuesday, July 9, 2013

Προσπάθησε να είσαι ευτυχισμένος!





"Βάδισε ήρεμα ανάμεσα στο θόρυβο και τη βιασύνη, και αναλογίσου πόση ειρήνη μπορεί να υπάρξει στην ησυχία. Όσο σου είναι δυνατόν και δίχως να πιέζεις τον εαυτό σου υποβιβαζοντάς τον, προσπάθησε να έχεις καλές σχέσεις με όλους τους ανθρώπους. Πες την αλήθεια ήρεμα και καθαρά και άκου καλά : ακόμη και οι πληκτικοί και αμαθείς άνθρωποι, ακόμα κι αυτοί, έχουν μια ιστορία να σου διηγηθούν. Να αποφεύγεις τα χυδαία και θορυβώδη άτομα γιατί καταπιέζουν το πνεύμα. Εάν συγκρίνεις τον εαυτό σου με τους άλλους υπάρχει ο κίνδυνος να θεριέψει μέσα σου η ματαιοδοξία και η πίκρα, γιατί πάντα θα υπάρχουν καλύτεροι ή χειρότεροι από σένα.

Να χαίρεσαι με τα αποτελέσματά σου όπως ακριβώς έκανες με τα σχεδιά σου. Διατήρησε ζωηρό το ενδιαφέρον για τη δουλειά σου όσο ταπεινή κι αν είναι. Στην πραγματικότητα είναι το μόνο που κατέχεις για να αλλάξεις τη μοίρα. Να είσαι προσεκτικός στις συναλλαγές σου γιατί ο κόσμος είναι γεμάτος από απάτες, αυτό όμως να μην σε τυφλώνει στο να διακρίνεις την αρετή. Γιατί υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πολεμούν για υψηλά ιδανικά, και παντού η ζωή είναι γεμάτη από ηρωισμό. Να είσαι πραγματικά ο εαυτός σου. Κυρίως να μην υποκρίνεσαι κάνοντας τον στοργικό, ούτε όμως να είσαι κυνικός με την αγάπη, γιατί παρά τις ξηρασίες και τις απογοητεύσεις, αυτή πάντα ξαναφυτρώνει σαν το χορτάρι. Δέξου θετικά τα διδάγματα που έρχονται με το χρόνο αφήνοντας πίσω σου με ήρεμο χαμόγελο τα γεγονότα της νεότητας.

Καλλιέργησε τη δύναμη του πνεύματος για να προφυλαχτείς από την ξαφνική δυστυχία, όμως πρόσεχε να μη βασανίζεις τον εαυτό σου με τη φαντασία. Πολλοί φόβοι είναι απλώς αποκύημα της κόπωσης και της μοναξιάς. Πέραν της ηθικής πειθαρχίας, να είσαι ήσυχος με τον εαυτό σου. Είσαι και συ παιδί του σύμπαντος όπως τα δέντρα και τ' αστέρια και έχεις κι εσύ το δικαίωμα να βρίσκεσαι εδώ. Και είτε το καταλαβαίνεις είτε όχι, αναμφίβολα το σύμπαν φανερώνεται και σε σένα με τον τρόπο που πρέπει.

Γι' αυτό να βρίσκεσαι σε ειρήνη με το Θεό σου, με τον τρόπο που εσύ τον συλλαμβάνεις στο μυαλό σου, και παρόλους τους αγώνες και τις προσδοκίες σου μέσα σε αυτή τη φοβερή δίνη της ζωής, προσπάθησε πάντα να είναι ήρεμη η ψυχή σου.

Με όλες τις απάτες, τις αγγαρείες και τα γκρεμισμένα όνειρά του, ο κόσμος εξακολουθεί να είναι όμορφος. Πρόσεχε όσο μπορείς... Προσπάθησε να είσαι ευτυχισμένος!"





Το παραπάνω κείμενο βρέθηκε σε χειρόγραφο κατά τη διάρκεια της αναστήλωσης του ναού του Αγίου Παύλου στη Βαλτιμόρη και φέρεται ως έργο ανωνύμου με ημερομηνία το 1692... 


Μετάφραση στα Ελληνικά : Κωνσταντίνος Β. Σβεντζούρης


Saturday, July 6, 2013

Αποδημία, Βιβλιοκριτική Ν. Καρατζένη...

Μια ευχάριστη έκπληξη με περίμενε τις τελευταίες μέρες του Μάη. Ένας χαρισματικός μαθητής μου άλλοτε και συνάδελφός μου σήμερα, ο Κ. Σβεντζούρης μου έστειλε την ποιητική του συλλογή με τίτλο «Αποδημία» για να ταράξει τον ύπνο μου με τους υποβλητικούς και στοχαστικούς στίχους της γραφής του. Πρόκειται, κατά την εκτίμησή μας πάντα, για ποίηση ελλειπτική με συμβολισμούς και νύξεις, με εσωτερικές καταβυθίσεις, απολογισμούς, εκμυστηρεύσεις αλλά κυρίως με έντονη την υπαρξιακή αγωνία του Κ. Σβεντζούρη, χαρακτηριστικό που κυριαρχεί σε όλους γενικά τους σύγχρονους ποιητές, όχι μόνο Έλληνες αλλά και ξένους.
Ο περιπλανώμενος σε χώρες αλαργινές ποιητής επιτυχώς δίνει τίτλο στο πνευματικό του πόνημα «Αποδημία», αφού ατενίζει την Ελλάδα από την αντίπερα ακτή της Ιταλίας και σε πολλά ποιήματα τούτης της συλλογής διαφαίνεται έκδηλη η νοσταλγία του για την πατρώα γη και ειδικά για τη Φιλιππιάδα. Σημειώνει λοιπόν στους προλογικούς του στοχασμούς (σελ 7): «Μόνο της λεμονιάς το άρωμα κράτησα μέσα μου αναλλοίωτο, αντίδοτο στις στιγμές της απουσίας, παρηγοριά σε κάθε θάνατο…».
Θα επιχειρήσουμε μια περιδιάβαση στους ποιητικούς λειμώνες του ευαίσθητου δημιουργού αλλά και μια ανάγνωση της προσωπικότητας του Κ. Σβεντζούρη, πτυχές της οποίας ξεδιπλώνονται μέσα από το έργο του. Στο πρώτο ποίημα (σελ 8 είναι διάχυτος ο φόβος του ποιητή μήπως η φυγή του σε ξένους τόπους γίνει αφορμή να τον λησμονήσουν τα αγαπημένα του πρόσωπα. Γράφει λοιπόν ποιήματα-ενθυμήματα της δικής του παρουσίας στον τόπο του, όσον καιρό ο ίδιος θα βρίσκεται στην «Αποδημία»:
«κι η αγωνία μου
για να ξαναγυρίσω
μετέτρεψε σε στίχους
όμοιους
με σπόρους ροδιάς
που σου ‘δωσα
πριν φύγω
και σε ξεγέλασα να φας
για να μη με ξεχάσεις…»
Στο 12ο ποίημα (σελ 22) ο Κ. Σ. μαστιγώνει όσους ασχημονούν εις βάρος της αισθητικής του τοπίου, όσους έχουν κατακλύσει τις πολιτείες του αιώνα με το παγερό τσιμέντο και τα χρώματα του γκρίζου. «Η τελευταία κερασιά στο δρόμο με τις φωτεινές βιτρίνες» φαντάζει παράταιρη για τους Λωτοφάγους του καταναλωτισμού, οι οποίοι επιζητούν την ψεύτικη ευπρέπεια των ενδυμάτων για να εντυπωσιάσουν με την ανόητη επίδειξη χλιδής. Η κερασιά όμως οργισμένη και πεισμωμένη με τους αδιάφορους και παραιτημένους, που επέτρεψαν να γίνει το κακό, εξακολουθεί να ανθίζει μέσα στο καταθλιπτικό τοπίο προκειμένου να εκδικηθεί τους αλλοτριωμένους και παραδομένους στη μέθη του υλισμού.
«Η τελευταία κερασιά…
θυμωμένη με μας
τους αμέτοχους
που δεν σηκώναμε το βλέμμα
να χαρούμε το φως στα φύλλα
πείσμωνε και άνθιζε
ρουφούσε τη σκόνη
την κώμη τίναζε
κι έφερνε για να μας τιμωρήσει
κάθε χρόνο την άνοιξη».
Κάλεσμα και προτροπή να σπάσουν το κέλυφος της βολικής συνήθειας και να δοκιμάσουν νέες εμπειρίες, να τολμήσουν, απευθύνει στους ανθρώπους ο ποιητής στο 16ο ποίημα. Παρακινεί λοιπόν τους εφησυχασμένους να μεταβάλουν την οργή τους για τα κακώς κείμενα σε ελπίδα, την απορία τους σε ταξίδι προς αναζήτηση, τον πόνο σε φύτρα ζωής. Και όταν οι σπόροι ριζώσουν και απλωθούν, όταν οι καρποί μεστώσουν, τότε πλέον θα επιτευχθούν η συνέχιση της ζωής, η ήττα της φθοράς και του θανάτου. Για να συμβούν αυτά, οφείλει ο καθένας να απαλλαγεί από τον ατομικισμό και να δράσει συλλογικά, το εγώ να συναντήσει το εσύ.
«Η ιστορία είναι σώμα
που ακρωτηριάζεται από
την απροσεξία της συνήθειας
και η επανάληψη στις λέξεις
γερνά παράκαιρα τους συγγραφείς…
Η οργή ας γίνει πράσινο φύλλο
η απορία
τραίνο στη νύχτα
σπόρος ο πόνος
καρπός η αθανασία
εσύ κι εγώ μαζί…»
Πονεμένος, αποκαλυπτικός, εξομολογητικός, βαθιά ανθρώπινος είναι ο στίχος του Κ.Σ. στην «Αποδημία», το 30ο ποίημα της συλλογής (σελ 41). Ο αυτοεξόριστος ποιητής βιώνει τον χρόνο σαν ένα ανελέητο μαστίγιο που πληγώνει αδυσώπητα νύχτα και μέρα. Ο πόνος, η οδύνη της Αποδημίας έχει επηρεάσει σε τέτοιο βαθμό τον ψυχισμό του ώστε βλέπει τον κόσμο με αρνητική ματιά. Όλες του οι στιγμές είναι διαποτισμένες με δάκρυα, με αναχωρήσεις, με απέραντες σιωπές. Στο φθινόπωρο διακρίνει μόνο πάχνη, στο χειμώνα λήθαργο, στην άνοιξη νοσταλγία, στο καλοκαίρι την απώλεια. Ο ήλιος έχει αποδράσει ολοσχερώς από τη ζωή του.
«Ατέλειωτη σιγή
στοιχειώνει το χρόνο
που αντίστροφα εκκινείται
την ώρα της φυγής
κι ίδιο μαστίγιο πληγώνει
ό,τι απέμεινε…
Όλα όσα αδυνατείς
να εκφράσεις με λόγια με δάκρυα
μ’ αγγίγματα με γράμματα
μ’ αντίο
τα συνοψίζεις, τα χωράς μονάχα
σε μια λέξη Αποδημία…».
Τη σήψη, την διαφθορά, την υποκριτική συμπεριφορά των πολιτικών, την προσποίηση και τον θεατρινισμό των ανθρώπων γενικότερα στις κοινωνικές τους συναναστροφές και στις ξεχωριστές στιγμές της ζωής διεκτραγωδεί και καταγγέλλει ο ποιητής στο 39ο ποίημα του (σελ 53). Με δεικτική ειρωνεία σαρκάζει τη νοοτροπία των ανθρώπων, οι οποίοι εύκολα απεμπολούν ιδανικά για τα οποία μόχθησαν και μάτωσαν γενεές πολιτών στο παρελθόν, ιδανικά όπως ο διάλογος και η διαπάλη των ιδεών, οι κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες, ο στοχασμός και η φιλοσόφηση του βίου.
«Μην ταράζεσαι, έτσι ήταν πάντα
θέλει πολύ ψάξιμο για να βρεις
τόπο καθαρό να κολυμπήσεις,
με τόσα δε που επιπλέουν τελευταία
σχεδόν αδύνατο…
Παράσταση στα έδρανα
παράσταση  στο δρόμο
παράσταση στο θάνατο
παράσταση στον πόνο
κακοί ηθοποιοί, μέτριο κοινό…
Σταμάτα επιτέλους, γέλα και σύ
εν  ανάγκη υποκρίσου
είναι τώρα καιρός για συζητήσεις
για ιδανικά, για σκέψεις;
κανόνας επιβίωσης νούμερο ένα:
οι σκέψεις οι καλές τιμωρούνται».
Ως ικεσία αγάπης αναγιγνώσκεται το 45ο ποίημα της συλλογής (σελ 59).
Τη δομή τη συγκροτούν πέντε προστακτικές, αποφατικές και καταφατικές, οι οποίες επαναλαμβανόμενες επικεντρώνουν στο επίμονο αίτημα του ποιητή, που απεγνωσμένα ζητάει να μείνει αιχμάλωτος της αιώνιας αγάπης. Εκλιπαρεί λοιπόν την αγαπημένη του, την οποία θεωρεί «μοναδική του αλήθεια», να τον φυλακίσει στην αγκαλιά της ώστε να ελπίζει σ’ ένα αίσιο αύριο.
«Μη με κλείσεις στο χρόνο που φεύγει…
Κράτα με, είναι όμορφο να ζω
όσο κι αν μου κοστίζει
εσύ το κάνεις εύκολο, το κάνεις δυνατό…
Μη με κλείσεις στο χρόνο που μένει
Κλείσε με στην αγκαλιά σου….
κι άσε με εκεί
με τις δυνάμεις μου
παραδομένες στην αγάπη
να βλέπω το χρόνο
να περιμένω το αύριο».
Πυκνό σε νοήματα και προεκτάσεις είναι το τελευταίο ποίημα της Αποδημίας (σελ 62-65). Ο Κ. Σ. αξιοποιεί ευφυώς το λογοτεχνικό σχήμα της Αντίθεσης «Μακάριοι-Ανάξιοι» για να οργανώσει τους στοχασμούς του. Αρχικά μακαρίζει τους τολμηρούς, οι οποίοι ξεκινούν τη περιπέτεια της αναζήτησης του αγνώστου απελευθερωμένοι από τα δεσμά της οικογένειας και της φυλής. Παράλληλα χαρακτηρίζει ανάξιους τους ράθυμους, τους μοιραίους και άβουλους που περιμένουν τον αργό θάνατο υποταγμένοι στα τετριμμένα.
«Μακάριοι όσοι ανοίγουν τα μάτια
στο άγνωστο μιας χώρας
και μπορούν να αναπνέουν
δίχως να είναι αιχμάλωτοι
του γάλακτος, του αίματος, της ράτσας…
Ανάξιοι όσοι δεν φοβούνται το θάνατο
όχι τον απρόοπτο, τον αιφνίδιο
αλλά εκείνον τον αργό, τον κρυφό
αυτόν που φέρνει τη συνήθεια».
Στη συνέχεια μακαρίζει τα καινοτόμα, τα ελεύθερα πνεύματα, τους ανθρώπους που φλέγονται από αγάπη, αλληλεγγύη, ανθρωπιά, τρυφερότητα, ανεκτικότητα και αγωνίζεται για την αναγέννηση του ανθρώπινου είδους υπερβαίνοντας τον ατομικισμό τους. Τέλος κλείνει το ποίημα με αναθεματισμό προς τον ίδιο τον εαυτό του «να κριθεί ανάξιος», αν τολμήσει να ξεχάσει την αληθινή του πατρίδα.
«Μακάριοι οι τρυφεροί, οι ασυγκράτητοι
οι ελεύθεροι, οι γεμάτοι, οι τολμηροί
οι νεοσσοί, οι άνθρωποι εκείνοι που είναι
έτοιμοι να ζήσουν για την αγάπη
να πεθάνουν από αγάπη
να ζήσουν για σένα, για μένα
για να μπορεί να αναγεννιέται
το είδος μας αιώνια…
Ανάξιος να είμαι
αν ποτέ ξεχάσω
την αληθινή πατρίδα μου!».
Όταν ολοκλήρωσα την ανάγνωση της ποίησης του Κ. Σβεντζούρη ποικίλα συναισθήματα με κυρίευσαν, αφενός μεν «η από ποιήσεως
-συνέχεια από την 2η σελίδα
ηδονή» αφετέρου μια μελαγχολική διάθεση για κάτι όμορφο που τελειώνει. Γι’ αυτό πήρα ξανά στα χέρια μου «την Αποδημία» και την μελέτησα εκ νέου. Καινούργια ρίγη με δόνησαν, καινούριες σκέψεις με ταλάνισαν, καινούριοι προβληματισμοί μου δημιουργήθηκαν. Εκείνο δε που μου προξένησε εντύπωση είναι η διαπίστωσή μου ότι ο Κ.Σ. αποδεικνύεται άριστος κάτοχος και δεινός χειριστής της ελληνικής γλώσσας, τόσο της λόγιας όσο και της καθομιλουμένης. Ο λόγος του είναι «ηδυσμένος» αφού αντλεί λέξεις και φράσεις από τη μακραίωνη διαδρομή της γλώσσας μας «από τις αμμουδιές του Ομήρου» έως τις ημέρες μας για να εκφράσει τα διανοήματα, τα συναισθήματα, τους φόβους, τις προσδοκίες του, τις αγωνίες του…
Εν τέλει ένιωσα υπερήφανος γιατί ένας ακόμη μαθητής μου και ένας νέος άνθρωπος καταγόμενος από τη Φιλιππιάδα θα αφήσει αδρά τα ίχνη του αλλά με αξιώσεις στα τοπία της τέχνης. Συνιστώ λοιπόν ανεπιφύλακτα τη μελέτη του σπουδαίου έργου του Κ. Σβεντζούρη από όλους τους Φιλιππιαδιώτες αλλά και από κάθε άνθρωπο που διψά για πνευματική τροφή και αναζητά γνήσιες και ανεπιτήδευτες εκφάνσεις τέχνης και πολιτισμού. Αυτό θα δώσει δύναμη στον ποιητή για καινούρια πετάγματα και νέες δημιουργίες.
Εύχομαι στον Κ. Σβεντζούρη υγεία και έμπνευση, αντοχή και επιμονή γιατί ο δρόμος της ποίησης τον οποίο επέλεξε να πορευτεί είναι ανηφορικός και απαιτητικός. Το πρώτο του ποιητικό φανέρωμα πάντως έχει όλα τα πειστήρια για να τον πολιτογραφήσει ποιητή στων ποιητών την πόλη.
Ο Κ. Β. Σβεντζούρης γεννήθηκε στη Φιλιππιάδα το 1969. Σπούδασε θεολογία στη Θεσσαλονίκη, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές Λατινικής Πατρολογίας στη Ρώμη και Ελληνικής Παλαιογραφίας στο Βατικανό, ενώ παρακολούθησε μαθήματα Γαλλικής γλώσσας και Ιστορίας στη Γαλλία και Ισπανικής γλώσσας και πολιτισμού στην Ισπανία. Το 2011 κυκλοφόρησε στην Ιταλία η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Here I am και το 2012 η μελέτη του: Αμβροσίου Μεδιολάνων, De Spiritu Sancto. Ζει και εργάζεται ως ερευνητής στη Ρώμη, ενώ παράλληλα είναι υποψήφιος διδάκτορας της Θεολογικής σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Το βιβλίο του Κ. Σβεντζούρη διατίθεται από το Χριστιανικό βιβλιοπωλείο Άρτας και από το βιβλιοπωλείο του Π. Τριανταφύλλου.

Νίκος Β. Καρατζένης
Φιλόλογος

Φωνή του Αγρότου, 21 Ιουνίου 2013  

Πηγή: Φωνή του Αγρότου

Αποδημία, Βιβλιοκριτική Κ. Τραχανά

Σε εποχές που οι άνθρωποι επιδίδονται σε ασύστολο πλουτισμό, που ξεχνούν το πεπερασμένο της ύπαρξής τους και που δεν υπολογίζουν τις ανθρώπινες αξίες, οι ποιητές και οι πεζογράφοι κρύβονται γιατί νιώθουν άχρηστοι…
Ο Κωνσταντίνος Σβεντζούρης δεν χρειάζεται να κρυφτεί, διότι γνωρίζει καλά ότι η τέχνη όταν είναι ζωντανή, μας αποδεικνύει ότι τίποτε δεν έχει χαθεί ακόμη και όταν υπάρχουν άνθρωποι με απίστευτο ταλέντο στην επικοινωνία και στη βελτίωση του ανθρωπίνου είδους, μπορούνε να μας ταξιδέψουν σε παράξενες διαδρομές, μυστηριώδεις και ερωτικές.
Τα ποιήματα του Κ. Σβεντζούρη χαρακτηρίζονται από έντονους συμβολισμούς, γλυκόπικρα χρώματα πλαισιώνονται από ένα άρωμα ελληνικό, σύγχρονο και ταυτόχρονα κλασικό, φιλοξενώντας τον αναγνώστη σε ένα « δείπνο» γεμάτο στίχους και εικόνες.
Τα ποιήματα του Κ. Σβεντζούρη εκφράζουν με εξαιρετικά εναργείς, συμπαγείς εικόνες και σύντομες, πυκνές φράσεις μια στοχαστικότητα που φαίνεται να τροφοδοτείται από μια συγκρατημένη αλλά βαθιά μελαγχολία.
Τα ποιήματα της συλλογής «Αποδημία» δείχνουν ευκρινέστερα τα ποιητικά χαρακτηριστικά του Κ. Σβεντζούρη: Ποίηση που αποφεύγει τις τόσο κοινόχρηστες στους νεότερους ποιητές μας παρομοιώσεις, αρμονική ισορροπία των φράσεών του, λόγος που αρθρώνεται με ευκρίνεια, χωρίς να αδικεί ούτε το συναίσθημα ούτε το νόημα κάθε ποιήματος και χωρίς να καταφεύγει σε φραστικά πυροτεχνήματα εντυπωσιασμού, και τέλος η ατμόσφαιρά του δημιουργείται με στεγνές, περιγραφικές λέξεις, χωρίς ωραιοποιήσεις και στολίδια.
Ο χρόνος, ο χώρος, το παρόν και το παρελθόν, ο έρωτας, η ζωή και ο θάνατος, η νοσταλγία για ό, τι χάνεται με το πέρασμα του καιρού, τα αγαπημένα πρόσωπα, η υπαρξιακή αγωνία, η ασημαντότητα της ύπαρξης, η φυλακή της γης, η γλώσσα της δημιουργίας, η σιωπή της αφής, η μνήμη, η φιλία, ο νόστος, η απόγνωση, η αποδημία, η φυγή, η σιωπή, η θλίψη, ο φόβος, η φθορά, η μοναξιά, η αγάπη, ο χαμένος παράδεισος της παιδικής ηλικίας και το μαγικό χαλί της παιδικής αθωότητας, ο αφρός της νιότης, τα θαυμάσια και ανέμελα καλοκαίρια, τα παιδιά που κοιτάνε τα άστρα, οι λάγνες γυναίκες, οι πρώτοι πραγματικοί ή φανταστικοί έρωτες , η εποχή των κυνικών καυμάτων, τα όνειρα, η θάλασσα, το κύμα, ο κόσμος, ο τόπος, η πόλη, ο δρόμος είναι θέματα που απασχολούνε την συγγραφέα. Δεν είναι οι μνήμες που, τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο, κινητοποιούν ποιητικά τον Σβεντζούρη αλλά το παρόν. Το παρελθόν τον ενεργοποιεί με τη μορφή μιας απροσδιόριστης και σκοτεινής δύναμης, που αναδύεται άναρχα, ωθούμενη από υπόγειους γενετικούς, κοινωνικούς και ιστορικούς μηχανισμούς.
Γλώσσα λιτή και πυκνή, που ξέρει να σωπαίνει εκεί που το σώμα μιλά.
Οι λέξεις που χρησιμοποιεί είναι δουλεμένες και σμιλεμένες με τέχνη όπως τα βότσαλα στην ακροθαλασσιά που το κύμα δεν τα αφήνει να ησυχάσουν. Μια τα σκορπά με τους αφρούς που μοιάζουν γιασεμιά και μια τα παίρνει πίσω. Ένα αιώνιο πήγαινε έλα, χαρίζοντας σε αυτά τη βελουδένια επιφάνεια. Το ίδιο συμβαίνει και με τις λέξεις που παίρνουν μια διαφορετική ευρύτητα στο στόμα ενός φτασμένου ποιητή. Αποκαλύπτουν ιδιαίτερες αποχρώσεις, χαρακτηριστικές ιδιότητες και πολυεπίπεδες πλευρές στους λεκτικούς σχηματισμούς. Δίνουν ζωντάνια, ρυθμό και μουσική, καθώς ένα αεράκι αγάπης περνά μέσα από τις ποιητικές συνθέσεις και φτάνει ως την καρδιά μας σαν μια νότα δροσιάς και ελπίδας.
Μέσα από τα ποιήματά του ο Κωνσταντίνος Σβεντζούρης μας μιλάει: για τα δεινά των ανθρώπων, για την έρημο του κόσμου, για τον ακάματο έρωτα, για τις ματαιωμένες υποσχέσεις, για τα πολύχρωμα και με παιδική αθωότητα όνειρά μας, για τον απέραντο πόνο των ανθρώπων, για τα κενά βλέμματα των ανθρώπων και την αφόρητη σιωπή που βουίζει στα αυτιά τους, για αυτούς που κοιτάζουν τους γυμνούς τοίχους των δωματίων, που μοιάζουν με κελιά φυλακών ή μοναστηριών, για αυτούς που οι γονείς τους δείχνουν δρόμους που δεν μπορούνε να ακολουθήσουνε, για αυτούς που φεύγουν «όχι από ανάγκη αλλά γιατί τους είναι ανυπόφορο να μένουν κολλημένοι εκεί που τους έμαθαν να ζουν μασώντας την καθημερινότητα με του χθες την πείνα», για αυτούς που χάνονται στα σταυροδρόμια της ζωής , για αυτούς που παίζουν κρυφτό με τη καταγάλανη μοναξιά τους και για αυτούς που η μοναξιά τους απειλεί με απολίθωση, για αυτούς που ξέρουν ότι οι τοίχοι και οι απροσπέλαστοι άνθρωποι είναι ένα, για αυτούς που είναι παγιδευμένοι και δεν βρίσκουν τρόπους διαφυγής, για αυτούς που πνίγονται στη σιωπή και ξεχνάνε να ζητήσουνε βοήθεια, για αυτούς που σταμάτησαν να βιάζονται, για αυτούς που ξέρουν ότι είναι ρευστές του κόσμου οι αλήθειες, για αυτούς που ξέρουν το μυστήριο της αφρισμένης θάλασσας, για αυτούς που συνέχεια ταξιδεύουν και πιστεύουν ότι το ταξίδι θα τους δείξει τον τρόπο να βρούνε τον προορισμό τους, για εκείνους που ξέρουν ότι η λειτουργία των ταξιδιών είναι η κοινοποίηση όσων έχουν βιώσει, διότι χωρίς κοινοποίηση το ταξίδι δεν είναι ταξίδι, για αυτούς που ξέρουν να μένουν αναλλοίωτα άνθρωποι, για αυτούς «που αρπάζουν το όνομά τους και το πετάνε σαν πέτρα δίχως λύπηση κόντρα στα συναισθήματα», για αυτούς που γνωρίζουν το επικίνδυνο παιχνίδι του έρωτα που πυροδοτεί τη φαντασία, αναποδογυρίζει τον νου και υψώνει τους πόθους στον χώρο του θαύματος, για αυτούς που ξέρουν για τον κύνα του Ωρίωνα που φέρνει ερωτικό πυρετό στους ανθρώπους, για αυτούς που ξέρουν την μονοτονία του χιονιού, για αυτούς που εξυμνούν την νύχτα του ονείρου αλλά και του εφιάλτη, του ποιητή αλλά και του κακοποιού, των φασμάτων αλλά και των φαντασμάτων, την νύχτα των αντιθέτων, για αυτούς που ξέρουν ότι εκεί που υπάρχει πνιγμός, βρίσκεται και ο λυτρωμός, για αυτούς που χτυπάνε γροθιές τους τοίχους, για αυτούς που οι ενοχές τους σαρακώνουν, για αυτούς που ξέρουν ότι οι σκέψεις οι καλές τιμωρούνται, για αυτούς που ξέρουν να μην πετάνε την αγάπη και την ελπίδα αλλά ζούνε και πεθαίνουν από αγάπη, για αυτούς που δεν θα ξεχάσουν ποτέ την αληθινή τους πατρίδα, για αυτούς που πιστεύουν ότι ο ποιητής ελαττώνει τη μοναξιά της ζωής αλλά δεν ξέρουν ότι για χάρη της γραφής θα βυθιστεί και αυτός ολόκληρος μέσα της…..
Ο Κωνσταντίνος Σβεντζούρης μας υπενθυμίζει ότι η ζωή μας, η ύπαρξή μας θα είναι πάντα στενά συνδεδεμένη με την απώλεια, ο έρωτας με τον χρόνο και τον θάνατο, η ελευθερία με τον φόβο, ο πόθος με την απουσία, ο ίμερος (φλογερή επιθυμία)με την παρουσία του άλλου και το μεγάλωμα με τον αποχωρισμό.
Γιατί ο Κ. Σβεντζούρης ξαναγύρισε στον …κόσμο και τα πάθη του; Στα πάθη που θα γίνουν και δικά του;
«Ο κόσμου ξενιτεύων, μηκέτι κόσμου προσψαύση, πεφύκασι γαρ τα πάθη φιλεπίστροφα είναι» (Αυτός που έφυγε από τον κόσμο, ας μην ξαναγυρίσει στον κόσμο, γιατί τα πάθη αγαπούν να επιστρέφουν) λέει στην «Κλίμακα» ο Ιωάννης Σιναϊτης….
O Κωνσταντίνος Σβεντζούρης γεννήθηκε στην Άρτα. Σπούδασε Θεολογία στη Θεσσαλονίκη, πραγματοποίησε με υποτροφία μεταπτυχιακές σπουδές Λατινικής Πατρολογίας στο Αυγουστινιανό Ινστιτούτο Πατρολογικών Σπουδών στη Ρώμη και Ελληνικής Παλαιογραφίας στο Βατικανό, ενώ επίσης παρακολούθησε μαθήματα Γαλλικής γλώσσας και Ιστορίας στη Γαλλία και Ισπανικής γλώσσας και Πολιτισμού στην Ισπανία.
Ασχολείται εδώ και χρόνια με τη ζωγραφική και έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Ζει και εργάζεται στη Ρώμη.


Κώστας Τραχανάς

Μαχητής της Άρτας, 13 Ιουνίου 2013