Saturday, October 26, 2013

I have the autumn

Photo: "The red car"Copyright © 2013 Konstantinos B. Sventzouris. All Rights Reserved.

 

 I have the autumn


Maybe I don't want more.
I have the autumn. It's enough for me the change.
Only when something changes I begin to remember.
And the need to pretend
that is awesome to know things to come?
I stopped feel it.

Quick thoughts on city street.
All the world's cities are mine.
They feed me agony and prayers
night and supplications. My own cities.
No longer have to prove them something.
I keep my mind permanently in hell.
Up to heart submerged in its fire.

And when poetry strips and loses words
bitter as blood, lighter than the leaves
irreplaceable trite,
mortal like their slaves,
even if I don't understand it
heaven hears and sends colors.
And thus I have something totally mine. The autumn... 






Copyright © 2013 Konstantinos B. Sventzouris. All Rights Reserved.

Friday, October 18, 2013

Shadows of last summer...


"Shadows of last summer..."

Filippiada, Epirus, August 2013

 
Photo: ©Konstantinos B. Sventzouris. All Rights Reserved.

Wednesday, October 16, 2013

Έχω το φθινόπωρο




Έχω το φθινόπωρο


Ίσως και να μη θέλω περισσότερα.
Έχω το φθινόπωρο. Μου φτάνει η αλλαγή.
Μόνο όταν κάτι αλλάζει αρχίζω και θυμάμαι.
Και η ανάγκη να υποκρίνομαι,
πως είναι τάχα φοβερό να ξέρεις τα μελλούμενα;
Έπαψα να τη νιώθω.


Σκέψεις γρήγορες σε δρόμο πόλης.
Όλες του κόσμου οι πόλεις δικές μου.
Με τάισαν αγωνία και προσευχές,
νύχτα και ικεσίες. Οι δικές μου πόλεις.
Δεν χρειάζεται πλέον να τους αποδείξω κάτι.
Κρατώ το νου μου μόνιμα στην κόλαση.
Ως την καρδιά βυθισμένος στη φωτιά της.

Κι όταν η ποίηση γυμνώνεται και χάνει λέξεις
πικρές σαν αίμα, πιο ελαφρές από τα φύλλα
αναντικατάστατα κοινότυπες,
θνητές σαν τους σκλάβους τους,
όσο κι αν δεν το καταλαβαίνω
ο παράδεισος ακούει και στέλνει χρώματα.
Έτσι κι εγώ έχω κάτι ολότελα δικό μου. Το φθινόπωρο...



Copyright © 2013 Κωνσταντίνος Β. Σβεντζούρης. All Rights Reserved.

Monday, October 7, 2013

Autumn in Filippiada...


"Autumn in Filippiada", oil on canvas 120x90, Filippiada September 2013


Copyright © 2013 Konstantinos B. Sventzouris. All Rights Reserved.

Sunday, October 6, 2013

Όταν ξανανοίξει...



Δεν ήθελα όταν περνούσα απ' έξω να κοιτάω προς τη μεριά της πόρτας.Ένα μήνα σχεδόν στα βουνά κι ούτε μια φορά δε στάθηκα να την κοιτάξω κι ας ήταν αυτή η πόρτα που κάποτε στο περασμά μου άνοιγε κι ο τόπος γελούσε. Η γειτόνισσά μας με την τυφλή μάνα της μόνιμα φωλιασμένη στο χαμηλό μπάσι δίπλα στο τζάκι μας άφησαν χρόνους κάτι δεκαετίες πριν και από τότε η πόρτα σφάλισε. Έριχνα καμιά κλεφτή ματιά στη χορταριασμένη αυλή καθώς περνούσα για το σπίτι μου και γρήγορα προσπερνούσα. Πολύς ο πόνος της θύμησης. Αγιάτρευτος ο καημός της εγκατάλειψης. Κι αυτός ο κισσός στους τοίχους, λες και ήταν πελώρια πλοκάμια που ήθελαν να με αρπάξουν και να με πνίξουν. Ξένος κι αδιάφορος, έτσι αισθανόμουν, και μάλλον καλά έκανε το στοιχειό της ερημιάς που δεν με ήθελε να περνάω από κει. Διέκοπτα τον ρου της φθοράς με τα βέβηλα βλέμματά μου. Στη φθορά παραδίνεσαι με τη γέννα και την ξορκίζεις μόνο με την ανάσταση. Γιατί όμως στην ουσία μου φαίνεται ότι δεν το πιστεύω; Φοβάμαι το τώρα. Σίγουρα φοβάμαι. Μέσα μου ένιωθα μια ανεξήγητη ενοχή. Η υπεροψία της πόλης. Η τυφλότητα της καλοπέρασης. Η λήθη του βολέματος. Τα μάτια τα σβησμένα της γιαγιάς και το ξεδοντιασμένο χαμόγελο πως τα ξέχασα; Μα τα ξέχασα; Αυτό λοιπόν είναι εκείνο που περιγράφει το τραγούδι του νεκρού αδερφού και ποτέ δεν έκατσα να το σκεφτώ και να το φιλοσοφήσω;"Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα και τα σπιτοπαράθυρα βαριά μανταλωμένα"... σκέψου πως να ένιωσε... Θεέ μου πως νιώθω τώρα. Ένα τίποτε, ένα μηδέν, ένα κούφιο περίβλημα από κουκούτσι ύπαρξης... Όμως ακόμα θυμάμαι. Ακόμα υπάρχει φωτιά μέσα μου. Αυτός είν' ο τόπος μου.

Τελειώνοντας οι μέρες των διακοπών και φεύγοντας από το σπίτι μου, είχα μαζί ένα φίλο και περνώντας βρήκα το θάρρος και στάθηκα μπροστά στη πόρτα που φοβόμουν. Ο άνθρωπος θέλει τον άλλον άνθρωπο κοντά κι ας μην του λέει πάντα τα εσώψυχά του. Η φύση μας είναι τέτοια. Κι όταν φτάσει στην κοινωνία των λογισμών και των αισθημάτων με τον όμοιό του, είναι τότε που μερώνει και το πιο σκληρό αγρίμι. Και τα ζώα και τα λογικά ζώα. Τα δεύτερα όμως είναι τα σκληρότερα και τα πιο δύσκολα να τα κερδίσεις.

 Το χρώμα της πόρτας αίμα που δεν ξεράθηκε ακόμη στην πληγή. Κατακόκκινο. Ζωηρό. Την άγγιξα κι ήταν ζεστή απ' τον ήλιο του Οκτώβρη. Ζεστή. Χάιδεψα τα σκαλίσματα στις πέτρες της κορνίζας ολόγυρα. Κοίταξα μέσα απ' το σπασμένο τζάμι. Τα αγριόχορτα έφταναν μέχρι πάνω. Έντομα και φαντάσματα βούιζαν ασταμάτητα. Ο ήχος τους αντηχούσε στους άδειους χώρους. Μύριζε υγρασία και κυκλάμινο. Ξανακοίταξα και γλύκανα μέσα μου. Φεύγω για να ξαναγυρίσω. Θα σταματώ κάθε φορά μέχρι να ξανανοίξει. Θα σταματώ και δε θα φοβάμαι. Θα περιμένω και δεν θα φοβάμαι. Και όταν ξανανοίξει, τότε θα μπω μέσα και θα δω πως ήταν, πως είναι όταν χαίρεται και πεθυμά τον όμοιό του ο άνθρωπος...





Copyright © 2013 Κωνσταντίνος Β. Σβεντζούρης. All Rights Reserved.